Αγιος Κορνήλιος ο εκατόνταρχος.

Ο άγιος Κορνήλιος, εκατόνταρχος της ιταλικής σπείρας, ζούσε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης την εποχή των Αποστόλων. Μολονότι ειδωλολάτρης, ήταν δίκαιος, ευσεβής και φοβούμενος τον αληθινό Θεό, έκανε μάλιστα πολλές ελεημοσύνες και παρακαλούσε συνεχώς τον Θεό να τον φωτίσει.
Κάποια μέρα, ενώ προσευχόταν κατά την ενάτη ώρα, παρουσιάσθηκε ενώπιόν του άγγελος Κυρίου και τον προέτρεψε να καλέσει στο σπίτι του τον Σίμωνα Πέτρο από την Ιόππη, για να του διδάξει αυτά που ζητούσε από τον Θεό.
Την επομένη, την ώρα που ο Πέτρος προσευχόταν στο υπερώο της οικίας όπου φιλοξενούνταν στην Ιόππη, είδε σε όραμα να κατεβαίνει από τον ουρανό ένα σεντόνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα ζώα της γης, και αυτά ακόμη που θεωρούνταν ακάθαρτα από τους Ισραηλίτες, και μια φωνή τον παρότρυνε να φάει λέγοντας: «Αυτά που ο Θεός καθάρισε, εσύ μην τα θεωρείς ακάθαρτα!» (Πράξ. 10, 15). Όταν έφθασαν οι απεσταλμένοι του Κορνηλίου, ο Απόστολος κατάλαβε ότι όντως ο Θεός «δεν κάνει διακρίσεις, αλλά δέχεται τον καθένα, σ’ όποιον λαό κι αν ανήκει, αρκεί ο άνθρωπος να Τον σέβεται και να ζει σύμφωνα με το θέλημά Του» (Πράξ. 10, 34-35). Χωρίς δισταγμό, ο Πέτρος αναχώρησε μαζί τους για την Καισάρεια, όπου κήρυξε στον ευσεβή εκατόνταρχο και τους οικιακούς του το Ευαγγέλιο του Αναστάντος Χριστού. Ενώ ακόμη δεν είχε τελειώσει τους λόγους του, το Άγιο Πνεύμα, ως επιβεβαίωση της κλήσεως των εθνών, επεδήμησε σε όλους με τόσο εμφανή τρόπο, ώστε οι παρόντες Ιουδαίοι θαύμασαν. Τότε και ο Απόστολος Πέτρος, ευπειθής στην θεία βουλή, δεν τους εμπόδισε να βαπτισθούν. Από τότε ο Κορνήλιος συναναστρεφόταν με τους Αποστόλους.
Μετά τον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πράξ. 7, 54-60), όταν οι Απόστολοι έφυγαν από τα Ιεροσόλυμα και σκορπίστηκαν στην οικουμένη, ο Κορνήλιος τούς ακολούθησε στην Φοινίκη, στην Κύπρο, στην Αντιόχεια και στην Έφεσο.
Εκεί του έπεσε ο κλήρος να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην πόλη των Σκεψέων, στην περιοχή της αρχαίας Τροίας. Ο τοπάρχης της πόλεως Δημήτριος, φιλόσοφος και φανατικός διώκτης των χριστιανών, μόλις έμαθε την άφιξή του, έδωσε εντολή να τον οδηγήσουν ενώπιόν του. Κατά την εξέταση ο Κορνήλιος τού ζήτησε να του δείξει τους θεούς. Χαρούμενος ο Δημήτριος, άνοιξε τον ναό του Διός και ο άγιος εισήλθε και προσευχήθηκε. Όταν εξήλθε, μεγάλος σεισμός κατακρήμνισε τον ναό, συνέτριψε τα είδωλα και έθαψε κάτω από τους σωρούς την γυναίκα του Δημητρίου Ευανθία και τον υιό του Δημητριανό, που είχαν παραμείνει μέσα. Με βαρύ πένθος για την αιφνίδια συμφορά ο Δημήτριος διέταξε να δέσουν τα χέρια και τα πόδια του αγίου και να τον κρεμάσουν μέσα στην φυλακή. Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι η γυναίκα του και ο υιός του είχαν διασωθεί θαυματουργικά και μέσα από τους σωρούς των χαλασμάτων αναβοούσαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών!», έτρεξε γρήγορα στην φυλακή. Συντετριμμένος έπεσε στα πόδια του Κορνηλίου, ομολόγησε την δύναμη του αληθινού Θεού και του υποσχέθηκε ότι θα πιστεύσει στον Εσταυρωμένο, αν ο άγιος τού έδιδε πίσω ζωντανούς και ακέραιους την Ευανθία και τον Δημητριανό. Ο Κορνήλιος πρώτα τον βάπτισε και κατόπιν μετέβησαν μαζί στον κατακρημνισμένο ναό, από όπου ανέσυρε ζωντανούς και σώους την γυναίκα και τον υιό του. Το παρευρισκόμενο πλήθος των ειδωλολατρών, έκπληκτο για την σωτηρία τους, πίστευσε στον Θεό και όλοι ζήτησαν να βαπτισθούν.
Μετά τα γεγονότα αυτά, ο άγιος εγκαταστάθηκε σε ήσυχο τόπο, ονομαζόμενο «Στάδιο». Εκεί δεχόταν τον Δημήτριο αλλά και τους κατοίκους της πόλεως, τους δίδασκε και τους συμβούλευε, έως ότου υπέργηρος απήλθε εν ειρήνη προς τον Κύριο. Ενταφιάσθηκε στον ναό που είχε κρημνίσει με την θεοπειθή προσευχή του.
Ο τάφος του γρήγορα σκεπάσθηκε από θαυματουργική βάτο και με τον καιρό λησμονήθηκε. Μετά από χρόνια όμως, ο άγιος Κορνήλιος τον φανέρωσε με όραμα και ζήτησε να κτισθεί εκεί εκκλησία. Όταν επρόκειτο να μετατεθούν εκεί τα λείψανά του, η τίμια λάρνακα που τα περιείχε κινήθηκε από μόνη της και ακολουθώντας την λιτανεία εισήλθε στον ναό και σταμάτησε κοντά στο άγιο βήμα. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν να μεταφερθεί μέσα στο ιερό, στάθηκε εντελώς αδύνατον. Έμεινε εκεί και επιτελούσε πλήθος θαυμάτων.
Μία παράδοση, την οποία απηχεί η ακολουθία του Μηναίου, παρουσιάζει τον άγιο Κορνήλιο ως επίσκοπο Σκεψέων, ενώ άλλες πηγές τον αναφέρουν ως δεύτερο επίσκοπο Καισαρείας, μετά τον Ζακχαίο τον Τελώνη (βλ. «Αποστολικαί Διαταγαί» 7, 46), ή ακόμα ως απλό μάρτυρα. Στο τέλος του 14ου αιώνος, οι προσκυνητές μπορούσαν να επισκεφθούν την κατοικία, που είχε μετατραπεί σε ναό, στην Καισάρεια (βλ. Ιερωνύμου, Επ. 108, 8).
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Δικαιοσύνης διαπρέπων τοῖς ἔργοις, τὸν φωτισμὸν τῆς εὐσεβείας ἐδέξω, καὶ Ἀποστόλων σύμπονος ἐδείχθης ἀληθῶς· τούτοις κοινωνήσας γάρ, δι’ ἐνθέων ἀγώνων, τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκωσιν, ἀνεκήρυξας πᾶσι· μεθ’ ὧν δυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς σὲ τιμῶντας, παμμάκαρ Κορνήλιε.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀπαρχὴν ἁγίαν σε ἡ Ἐκκλησία, ἐξ ἐθνῶν ἐδέξατο, καταφωτίζουσαν αὐτήν, ταῖς ἐναρέτοις σου πράξεσιν, Ἱερομύστα θεόφρον Κορνήλιε.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Πέτρου ταῖς ἀκτίσι καταυγασθείς, ὁμότροπος ὤφθης, Ἀποστόλων καὶ μιμητής· τὸν τῆς ἀληθείας, διέσπειρας γὰρ λόγον, Κορνήλιε θεόφρον, ἀξιοθαύμαστε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου